10/04/2026
Το 2021 γιορτάσαμε τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, ενός
αγώνα που είχε επιτυχή έκβαση γιατί ήταν κράμα καρδιάς και στοχασμού. Όπως σημειώνει ο
ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, η επιτυχία του Αγώνα των Ελλήνων οφείλεται όχι μόνο στις
επικές στιγμές ανδρείας και πράξεις γενναιότητας, αλλά πρωτίστως στην αντοχή και τη
θυσία των απλών ανθρώπων¹. Η Έξοδος του Μεσολογγίου αποτελεί εμβληματική έκφραση
αυτής της διάστασης, της επιλογής της ελευθερίας απέναντι στην υποταγή και μετουσιώνει
ένα νέο πολιτικό όραμα που προτάσσει τη θυσία ως συμβολή στη σφυρηλάτηση μιας εθνικής
κοινωνίας.
Το 2026 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, μια εμβληματική
στιγμή της Ελληνικής Επανάστασης, ένα γεγονός που καθόρισε την πορεία του Αγώνα και
έγινε σύμβολο της ανθρώπινης πάλης για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Η μακρά
πολιορκία και ο τραγικός επίλογος της Εξόδου κατέστησαν το Μεσολόγγι σημείο αναφοράς
ιδανικών και πανανθρώπινων αξιών που ξεπερνούν τα όρια της εθνικής μας ιστορίας.
Η ιστορία του Μεσολογγίου ξεκινά ήδη από την αρχαιότητα και η πόλη συνδέεται
γεωγραφικά με την ευρύτερη αρχαία Αιτωλία, όπου βρισκόταν η αρχαία Πλευρώνα, την
οποία μνημονεύει ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Η ίδρυση της σύγχρονης πόλης του Μεσολογγίου
ανάγεται πιθανότατα στη μεταβυζαντινή περίοδο. Τον 16ο
αιώνα, σε κείμενα σχετικά με τη
Ναυμαχία της Ναυπάκτου, το Μεσολόγγι αναφέρει ως χώρος ιχθυοτροφείων και μικρών
αλιευτικών οικισμών. Κατά τον 18ο αιώνα οι οικισμοί της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου
εξελίχθηκαν σε αξιόλογο ναυτικό και εμπορικό κέντρο, στο οποίο υπήρξε σημαντική
ναυπηγική δραστηριότητα, η οποία συνέβαλε στην οικονομική άνοδο της πόλης .⁴
Η αποτυχημένη εξέγερση των Ελλήνων το 1770, στο πλαίσιο της εκστρατείας του Ρώσου
ναυάρχου Ορλώφ, υπήρξε καταστροφική: ο οικισμός του Μεσολογγίου πυρπολήθηκε,
μεγάλο μέρος του στόλου αφανίστηκε και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα
σπίτια τους και να ζητήσουν καταφύγιο στα Επτάνησα.
Η ακριβής ημερομηνία της καταστροφής δεν επιβεβαιώνεται ομόφωνα, αλλά η ταύτισή της
με την 10η Απριλίου αποτελεί μία από τις εκδοχές που διασώζονται σε τοπικές παραδόσεις
και αποτελεί μια ακόμη τραγική λεπτομέρεια καθώς, πενήντα χρόνια μετά, στις 10 Απριλίου
1826, έγινε η Ηρωική Έξοδος.
Μετά την καταστροφή του 1770, η πόλη ανασυγκροτήθηκε σταδιακά και σημειώθηκε
οικονομική ανάπτυξη και ναυτιλιακή δραστηριότητα. Με την Επανάσταση του 1821, το
Μεσολόγγι απέκτησε κεντρικό ρόλο στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Η παρουσία του
Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου υπήρξε καθοριστική στη διαμόρφωση θεσμών και διοίκησης,
ενώ ο εκλεγμένος αρχηγός των Μεσολογγιτών, Αθανάσιος Ραζής - Κότσικας συνέβαλε
ουσιαστικά στην οχύρωση της πόλης και στην πολεμική προετοιμασία. Μέσα από αυτό το
1
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
Διπλωματικό Γραφείο
Υφυπουργού κ. Λοβέρδου
δίπολο της πολιτικής παρουσίας και της τοπικής στρατιωτικής καθοδήγησης, το Μεσολόγγι
αξιοποίησε τη στρατηγική του θέση, που του επέτρεπε να ελέγχει τη δυτική Στερεά Ελλάδα
και την πρόσβαση στον πατραϊκό κόλπο, και μετατράπηκε σε κρίσιμο παράγοντα για την
έκβαση του Αγώνα.
Φιλέλληνες από πολλές χώρες έσπευσαν στο Μεσολόγγι ήδη από το 1821. Ανάμεσά τους ο
Γερμανός Κάρολος Αλβέρτος Νόρμαν, ο Ελβετός Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ —εκδότης των
Ελληνικών Χρονικών— και ο Βρετανός Γουίλιαμ Πάρι, καθώς και πολυάριθμοι εθελοντές
από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Πολωνία, τη Σουηδία και τις Ηνωμένες
Πολιτείες. Το 1824 καταφθάνει στο Μεσολόγγι ο Λόρδος Βύρωνας, ο οποίος συνεργάστηκε
με τον Μαυροκορδάτο και συνέβαλε στον Αγώνα όχι μόνο ενισχύοντάς τον οικονομικά αλλά
και αναθερμαίνοντας στο διεθνές ενδιαφέρον.
Το 1822 το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε για πρώτη φορά από τον Κιουταχή και τον Ομέρ
Βρυώνη, αλλά μετά από δύο μήνες οι Οθωμανοί, έχοντας υποστεί σοβαρές απώλειες,
αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Τρία χρόνια αργότερα, ο Σουλτάνος ανέθεσε και πάλι στον
Κιουταχή να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας τη δράση του με την εκστρατεία του
Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο. Η δεύτερη πολιορκία ξεκίνησε στις 15 Απριλίου 1825,
όταν ο Κιουταχής επέστρεψε με εντολή του Σουλτάνου. Τον Δεκέμβριο του 1825 κατέφθασε
στο Μεσολόγγι ο Ιμπραήμ πασάς και ανέλαβε τη διεύθυνση της πολιορκίας που οργανώθηκε
πιο συστηματικά, καθιστώντας τον αποκλεισμό ασφυκτικό.
Η πολύμηνη πολιορκία, η εξαθλίωση και η πείνα είχαν εξαντλήσει τους περίπου 10.000
κατοίκους και αγωνιστές, οι οποίοι συνέχιζαν παρά ταύτα να απορρίπτουν τις
επανειλημμένες προτάσεις του Κιουταχή για συνθηκολόγηση. Εν τέλει, οι κάτοικοι του
Μεσολογγίου αποφάσισαν την Έξοδο για τη νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς
ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων, 10 Απριλίου 1826. Η δραματική εκείνη στιγμή
αποτυπώθηκε στη νεοελληνική λογοτεχνία —μεταξύ άλλων στο μυθιστόρημα του Ισίδωρου
Ζουργού «Αηδονόπιτα»1— και αποτελεί μέχρι σήμερα σύμβολο υπέρτατης θυσίας.
Οι μαρτυρίες για τις συνέπειες της Εξόδου είναι συγκλονιστικές. Ο Αυστριακός πρόξενος
στην Πάτρα Βιντσένζο Μικαρέλι ανέφερε αριθμό 3.100 «αυτιών» που συγκεντρώθηκαν από
τους Οθωμανούς—μια πράξη που προκάλεσε αποτροπιασμό στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.
Η πτώση του Μεσολογγίου λειτούργησε ως καταλύτης για την ενίσχυση του φιλελληνικού
κινήματος. Όταν η τραγική είδηση της Εξόδου έφθασε στο Παρίσι, η αντίδραση υπήρξε
έντονη και επηρέασε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συμβάλλοντας στη μεταστροφή της
πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων και στη σύγκλιση που οδήγησε στη Ναυμαχία του
Ναυαρίνου.
Η πτώση του Μεσολογγίου δεν υπήρξε το τέλος, αλλά η απαρχή μιας νέας ευρωπαϊκής
ευαισθητοποίησης υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας. Όπως σημειώνει ο εθνικός ποιητής
Διονύσιος Σολωμός στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, το μικρό αυτό «αλωνάκι» κατέστη
σύμβολο που ξεπέρασε την ιστορική στιγμή και πέρασε στην αιωνιότητα.
Διακόσια χρόνια μετά, η Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου τιμά τη μνήμη της αυτοθυσίας,
αναστοχάζεται την ταυτότητά της και αναδεικνύει τη σύγχρονη δυναμική της, παραμένοντας
τόπος μνήμης και έμπνευσης για τις επόμενες γενιές.
1
Χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Όταν ένα σύννεφο έκρυψε το φεγγάρι, σκοτάδι απλώθηκε παντού. Είχε έρθει
η ώρα. Άνοιξαν οι πόρτες της ντάπιας και ήσυχα άρχισαν να περνούν έξω. Το απόγευμα έπεφταν διάσπαρτες
κανονιές απ’ το εχθρικό ορδί, τώρα τα ταμπούρια πέρα απ’ την τάφρο ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Πολλοί απ’
αυτούς που περνούσαν την πόρτα της ντάπιας για να βγουν τη φιλούσαν και δάκρυζαν. Περνούσαν ομάδες
τώρα γρήγορα πάνω απ’ τη γέφυρα. Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπαταριές απ’ το βάθος, η κολόνα τους
ολόκληρη έτσι όπως προχωρούσε αντιλάλησε απ’ τις φωνές. Οι Σουλιώτες, έτοιμοι από ώρα και με γυμνά
γιαταγάνια, κραύγαζαν την πολεμική τους ιαχή».
Information for use: Messolonghi 1826–2026
In 2021, we celebrated the 200th anniversary of the outbreak of the Greek War of Independence, a struggle that succeeded because it was a blend of heart and intellect. As historian Mark Mazower notes, the success of the Greek struggle was due not only to epic moments of bravery and acts of courage, but primarily to the endurance and sacrifice of ordinary people. The Exodus of Messolonghi is an emblematic expression of this dimension—the choice of freedom over submission—and embodies a new political vision that places sacrifice at the forefront as a contribution to forging a national society.
In 2026, 200 years are completed since the Exodus of Messolonghi, an emblematic moment of the Greek War of Independence—a событие that shaped the course of the struggle and became a symbol of humanity’s fight for freedom and dignity. The long siege and the tragic finale of the Exodus turned Messolonghi into a point of reference for ideals and universal values that transcend the boundaries of national history.
The history of Messolonghi begins already in antiquity, and the city is geographically linked to the wider region of ancient Aetolia, where ancient Pleuron was located, mentioned by Homer in the Iliad. The foundation of the modern city of Messolonghi likely dates back to the post-Byzantine period. In the 16th century, in texts related to the Battle of Lepanto, Messolonghi is mentioned as a place of fish farms and small fishing settlements. During the 18th century, the settlements of the Messolonghi lagoon developed into a notable naval and commercial center, where significant shipbuilding activity contributed to the city’s economic rise.
The failed Greek uprising of 1770, within the framework of the campaign of the Russian admiral Orlov, was disastrous: the settlement of Messolonghi was burned, a large part of the fleet was destroyed, and the inhabitants were forced to abandon their homes and seek refuge in the Ionian Islands.
The exact date of the destruction is not unanimously confirmed, but its identification with April 10 is one of the versions preserved in local traditions. This constitutes another tragic detail, since fifty years later, on April 10, 1826, the Heroic Exodus took place.
After the destruction of 1770, the city was gradually rebuilt, and economic growth and maritime activity resumed. With the Revolution of 1821, Messolonghi acquired a central role in Western Central Greece. The presence of Alexandros Mavrokordatos was decisive in shaping institutions and administration, while the elected leader of the Messolonghi fighters, Athanasios Razis-Kotsikas, contributed substantially to the fortification of the city and its military preparation. Through this combination of political presence and local military leadership, Messolonghi utilized its strategic position—which allowed it to control Western Central Greece and access to the Gulf of Patras—and became a critical factor in the outcome of the struggle.
Philhellenes from many countries rushed to Messolonghi as early as 1821. Among them were the German Karl Albert Normann, the Swiss Johann Jakob Meyer—publisher of the Ellinika Chronika—and the British William Parry, along with numerous volunteers from France, Germany, Italy, Poland, Sweden, and the United States. In 1824, Lord Byron arrived in Messolonghi; he collaborated with Mavrokordatos and contributed to the struggle not only by providing financial support but also by rekindling international interest.
In 1822, Messolonghi was besieged for the first time by Kioutachis and Omer Vryonis, but after two months the Ottomans, having suffered heavy losses, were forced to withdraw. Three years later, the Sultan once again assigned Kioutachis to capture the city, coordinating his actions with Ibrahim Pasha’s campaign in the Peloponnese. The second siege began on April 15, 1825, when Kioutachis returned by order of the Sultan. In December 1825, Ibrahim Pasha arrived in Messolonghi and took command of the siege, organizing it more systematically and making the blockade suffocating.
The prolonged siege, deprivation, and famine had exhausted the approximately 10,000 inhabitants and fighters, who nevertheless continued to reject Kioutachis’ repeated proposals for surrender. Ultimately, the inhabitants of Messolonghi decided on the Exodus, planned for the night of Lazarus Saturday into the early hours of Palm Sunday, April 10, 1826. That dramatic moment has been depicted in modern Greek literature—among others in the novel Aidonopita by Isidoros Zourgos—and remains to this day a symbol of ultimate sacrifice.
Accounts of the consequences of the Exodus are shocking. The Austrian consul in Patras, Vincenzo Micalelli, reported the collection of 3,100 “ears” by the Ottomans—an act that caused revulsion in European public opinion. The fall of Messolonghi acted as a catalyst for strengthening the philhellenic movement. When the tragic news of the Exodus reached Paris, the reaction was intense and influenced European governments, contributing to the shift in the policies of the Great Powers and to the convergence that led to the Battle of Navarino.
The fall of Messolonghi was not the end, but the beginning of a new European sensitivity in favor of Greek independence. As the national poet Dionysios Solomos notes in The Free Besieged, this small “threshing floor” became a symbol that transcended its historical moment and passed into eternity.
Two hundred years later, the Sacred City of Messolonghi honors the memory of self-sacrifice, reflects on its identity, and highlights its modern dynamism, remaining a place of memory and inspiration for future generations.
Excerpt (literary passage):
“When a cloud covered the moon, darkness spread everywhere. The time had come. The gates of the bastion opened, and quietly they began to pass through. In the afternoon, scattered cannon shots had been fired from the enemy horde; now the ramparts beyond the ditch were silent and dark. Many of those who passed through the gate to leave kissed it and wept. Groups now crossed quickly over the bridge. When the first volleys were heard from afar, their entire column echoed with cries. The Souliotes, ready for some time and with drawn yataghans, shouted their war cry.”