20/10/2025
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Η θέση ΣΤΑΥΡΟΣ βρίσκεται στον αυχένα του βουνού που διασχίζει ο δρόμος Αθαμανίου – Θεοδωριάνων. Ως γνωστόν το 1943 η Ελλάδα ήταν υπό Γερμανική κατοχή. Περί το τέλος Οκτωβρίου του 1943 Γερμανικός στρατός, 3000 και πλέον ανδρών, στρατοπέδευσε στην Κάτω Καλεντίνη και έβαλε στόχο να ξεκαθαρίσει την ορεινή περιοχή από τους αντάρτες της. Χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και με πλήρη σύγχρονο εξοπλισμό σε σχέση με αυτό των ανταρτών. Η πρώτη ομάδα έφτασε αυθημερόν στο ύψωμα μεταξύ Τετρακώμου – Αθαμανίου, ενώ η δεύτερη μέσω Κάτω Αθαμανίου έφτασε κι αυτή αυθημερόν στα υψώματα Σκαλούλας Αθαμανίου όπου βρήκε ισχυρή αντίσταση από αντάρτικη ομάδα με επικεφαλή τον Ταγματάρχη Αριστοτέλη Λ. Χατζηιωάννου. Ακολούθησε ολοήμερη μάχη και οι Γερμανοί ΜΗ μπορώντας να διασπάσουν τα πυρά των ανταρτών υποχώρησαν προς την Κάτω Καλεντίνη καίγοντας και λεηλατώντας ότι βρήκαν στο πέρασμά τους.
Η άλλη φάλαγγα των Γερμανών μόλις έφτασε στα υψώματα της Σκαλούλας σε μάχη που έδωσε με τους αντάρτες προκειμένου να καταλάβει τα υψώματα στις θέσεις «Κουκιά» και «Λίμνες» χωρίς αποτέλεσμα και στράφηκαν στην κατάληψη του υψώματος στη θέση «Καραούλι Κάμπου». Την κίνηση αυτή παρακολουθούσαν ένοπλοι κάτοικοι του Αθαμανίου χωρίς καμία οργάνωση. Έχοντας επικεφαλή τους Γεώργιο Ευστ. Κουτσιαύτη και τον Φώτιο Λ. Ψυχογιό κατέλαβαν το ύψωμα των Αγίων Ταξιαρχών και από απόσταση 250 – 300 μέτρων άρχισαν να χτυπούν την Γερμανική φάλαγγα, αναγκάζοντάς την να υποχωρήσει με αρκετές απώλειες με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν και αυτή προς την Κάτω Καλεντίνη. Οι Αθαμανιώτες έχασαν στην μάχη τον Φώτιο Λ. Ψυχογιό.
Οι Γερμανοί λυσσασμένοι από την αντίσταση ανασυντάχτηκαν και αποφάσισαν να επιτεθούν ξανά προς τα ορεινά με καινούργιο σχέδιο. Ξεκίνησαν λοιπόν τις πρωινές ώρες της 27ης Οκτωβρίου και με αυτοκινητοπομπή έφτασαν στο Κάτω Αθαμάνιο και χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από το φυλάκιο των ανταρτών με αποτέλεσμα να τους αιφνιδιάσουν μερικούς να τους σκοτώσουν, άλλους να τους αιχμαλωτίσουν εκτός από έναν που ξέφυγε της μάχης.
Ανενόχλητοι πλέον έφτασαν στο Παλαιοκάτουνο ενώ οι κάτοικοι κάθε ηλικίας εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και έτρεχαν να σωθούν. Στο Παλαιοκάτουνο οι Γερμανοί χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και χωρίς πλέον ουσιαστική αντίσταση η μια ομάδα έφτασε στο Βουργαρέλι και η άλλη από το δρόμο της Σκαλούλας με προορισμό το Αθαμάνιο. Η δεύτερη λοιπόν ομάδα των Γερμανών φτάνοντας κοντά στην εκκλησία του Αι-Γιώργη που διατηρούσε σπίτι ο Ανδρέας Λ. Μάλλιος τα βρήκε …σκούρα. Ο Ανδρέας χωρίς κανένα δισταγμό αρπάζει το όπλο του και ταμπουρωμένος κοντά στην εκκλησία άρχισε να στρέφει τα πυρά εναντίον των Γερμανών. Η άνιση μάχη κράτησε περί την μισή ώρα. Ήθελε να πάρει πίσω το αίμα του δολοφονημένου του γιού Χαρίλαου. Οι κάτοικοι ακούγοντας τον ορυμαγδό των πυροβολισμών κατάλαβαν ότι οι Γερμανοί έφτασαν στο χωριό και έτρεξαν να κρυφτούν στις κείθε Γούβες και στο βουνό παίρνοντας μαζί τους κυρίως τρόφιμα. Η αντίσταση του Ανδρέα Μάλλιου έσωσε τους Αθαμανιώτες από ολοκληρωτική απώλεια του πληθυσμού. Οι Γερμανοί αντιλαμβανόμενοι ότι δεν υπάρχει σοβαρή αντίσταση προχωρούν προς το χωριό το οποίο διέσχισαν πλέον ανενόχλητοι φτάνοντας στην «Κοτρισέρα» και από την θέση «Κορυφές» έβαλαν εναντίον του πληθυσμού που έτρεχε να κρυφτεί καθώς και των ανταρτών προερχόμενων από το Βουργαρέλι κατευθυνόμενοι από τις θέση «Σπάθες» προς τα Θεοδώριανα. Χωρισμένοι στα δυο οι Γερμανοί προχωρούσαν γρήγορα και μέσω της περιοχής «Γούβες – Ζαρούλας» να φτάσουν στον αυχένα του Σταυρού Θεοδωριάνων. Στις «Γούβες» έγιναν πολλές αιχμαλωσίες ανδρών και τραυματισμοί αρκετών μικρών και μεγάλων από τον πληθυσμό που κατέφυγε να κρυφτεί. Αρκετοί νεότεροι στην ηλικία κατάφεραν να φτάσουν πέρα από τον αυχένα του Σταυρού και να …χαθούν κρυμμένοι στα απόκρημνα βουνά της περιοχής.
Σύμφωνα με μαρτυρίες των επιζώντων θα ήταν αρκετά τα θύματα και οι αιχμάλωτοι των Γερμανών αν ο Ταγματάρχης Αριστοτέλης Λ. Χατζηιωάννου δεν προέτρεπε και εμψύχωνε τους αντάρτες που προέρχονταν από τις «Σπάθες» να ενταχθούν σε μια ενιαία ομάδα και να πολεμήσουν τους Γερμανούς όλοι μαζί στην θέση «Σταυρός», εκεί που οι πρόγονοί τους Γεώργιος και Δημήτριος Σπαής με επικεφαλή τον Γώγο Μπακόλα κατατρόπωσαν τους Τούρκους το 1821.
Όλοι μαζί λοιπόν έδωσαν την μάχη προβάλλοντας μεγάλη αντίσταση στην επίθεση των Γερμανικών στρατευμάτων με αποτέλεσμα όσοι πολίτες έφευγαν είχαν τον χρόνο να κρυφτούν στην περιοχή «Κούτσουρα». Οι Γερμανοί όταν αντελήφθησαν τις θέσεις των ανταρτών έκαναν μια κεραυνοβόλα επίθεση από τις θέσεις «Κορυφές» και «Ξερολίβαδο» αναγκάζοντας τους αντάρτες να οπισθοχωρήσουν στον αυχένα του «Σταυρού» όπου και πραγματοποιήθηκε σκληρή και σφοδρή μάχη. Τα Γερμανικά στρατεύματα καθηλώθηκαν στις θέσεις «Σπάθες» και «Κέδρα» έχοντας αρκετά θύματα.
Οι αντάρτες όμως έχασαν τον ηρωικό τους αρχηγό τον Ταγματάρχη τους που εμψυχώνοντας πολεμούσε όρθιος μέχρι που τον βρήκε το βόλι και έπεσε νεκρός. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν η ομάδα των ανταρτών να διαλυθεί. Η οπισθοφυλακή των Γερμανών στην πορεία της συνέλαβε πολλές οικογένειες που προσπάθησαν να κρυφτούν αιχμαλωτίζοντας κυρίως τους άντρες του οποίους μετέφεραν στο σπίτι του προσπάππου μου Δημήτριου Αθ. Γιακουβάκη και την επόμενη τους εκτέλεσαν (μεταξύ τους και ο παππούς Ιωάννης Μάστορας) στο χωράφι που βρίσκεται πλέον στην ιδιοκτησία μου.
Φεύγοντας την επομένη ημέρα οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά σε όλα τα σπίτια (300) του χωριού. Γλύτωσαν μόνο τρία μαζί με την εκκλησία που ήταν πετρόκτιστη. Την ίδια τύχη είχαν σπίτια στα χωριά Κάψαλα – Παλαιοχώρι – Βουργαρέλι καθώς και το μοναστήρι της Αγίας Κυριακής.
Γυρίζοντας οι χωριανοί στο χωριό το βρήκαν ρημαγμένο και κατεστραμμένο. Τι να πρωτοκάνουν? Να κλάψουν θάβοντας τους νεκρούς, τα σπίτια, το βιός τους?. Όλα είχαν χαθεί και ο βαρύς χειμώνας που ακολούθησε τους ανάγκασε να επιζήσουν κάτω από πρόχειρα καταλύματα πάνω από δυο οικογένειες μαζί. Η ανάπτυξη του χωριού ήρθε σιγά – σιγά στα πλαίσια της αμοιβαίας κατανόησης βοηθώντας ο ένας τον άλλον με προσωπική εργασία ανδρών και γυναικών.
Αιωνία η μνήμη των συγχωριανών μας που χάθηκαν από την βάρβαρη επιδρομή των Γερμανών το 1940.
(φωτο ο αείμνηστος Ταγματάρχης Αριστοτέλης Χατζηιωάννου)
Αντιγραφή από Χαράλαμπος Γιακουβάκης
(Δ.Γ.Μ)