15/08/2026
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης
τής Παναγίας, 15 Αυγούστου,
οι εργάτες δεν δούλευαν
και ο πατέρας μου καθόταν
στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε.
Ένα συννεφάκι
είχε προβάλλει στον ουρανό,
κατασκότεινο και προχωρούσε.
Αεράκι χλιαρό φύσηξε,
τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν.
Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος.
''Ανάθεμάτο'', μουρμούρισε.
''Ο Θεός να με βγάλει ψεύτη,
φέρνει τον κατακλυσμό!''
''Δάγκωσε τη γλώσσα σου!..''
του έκανε ένας γέρος θεοσεβούμενος.
''Δε θα το αφήσει η Παναγία.
Σήμερα είναι η χάρη της.''
Ο πατέρας μου πίστευε στην Παναγία,
μα δεν πίστευε πως η Παναγία μπορεί
να κουμαντάρει τα σύννεφα.
Εκεί που μιλούσαν,
ο ουρανός σκεπάστηκε,
ο πρώτες στάλες άρχισαν να πέφτουν.
Τα σύννεφα χαμήλωσαν, βουβές
αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
''Παναγία μου!'' φωνάξαν οι γειτόνοι.
''Βοήθεια!''
Όλοι πετάχτηκαν απάνω,
κατασκόρπισαν,
καθένας έτρεχε προς το αμπέλι του,
όπου είχε απλώσει τη σταφίδα
της χρονιάς.
Κι ως έτρεχαν, ολοένα
και σκοτείνιαζε ο αγέρας,
κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες
από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα.
Γέμισαν τα αυλάκια, πήραν να τρέχουν
οι δρόμοι σαν ποταμοί,
φωνές ακούστηκαν γοερές
από το κάθε αμπέλι.
Έτρεξα μέσα στη νεροποντή.
Μαζί με τα νερά,
κυλούσαν τα μισοξεραμένα
σταφύλια, ο κόπος της χρονιάς,
έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνονταν.
Ο θρήνος δυνάμωνε,
μερικές γυναίκες είχαν χωθεί
ως τα γόνατα μέσα στο νερό και
μάχονταν να περισώσουν λίγη σταφίδα,
άλλες όρθιες είχανε βγάλει
τις μπολίδες τους και συρομαδιούνταν.
Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκκαλο.
Πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι.
Βιαζόμουν
να δω τί θα έκανε ο πατέρας μου. Θα
έκλαιγε; Θα βλαστημούσε; Θα φώναζε;
Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι.
Πίσω του, όρθια, η μητέρα έκλαιγε.
''Πατέρα!'' φώναξα.
''Πάει η σταφίδα μας!''
''Εμείς δεν πάμε'',
μου αποκρίθηκε. ''Σώπα.''
Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη,
θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες
στιγμές της ζωής μου, μεγάλο μάθημα.
Θυμάμαι τον πατέρα μου ήσυχο,
ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι.
Μήτε βλαστημούσε,
μήτε παρακαλούσε,
μήτε έκλαιγε.
Ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο
κι έσωζε, μόνο αυτός,
ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους,
την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
Νίκος Καζαντζάκης
.........................................................................
Απόσπασμα από το βιβλίο:
ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ