H Τερπνή είναι κωμόπολη του νομού Σερρών, με 2.189 κατοίκους σύμφωνα με την εθνική απογραφή του 2001. Αποτελεί ομώνυμο Δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Βισαλτίας. Βρίσκεται σε απόσταση 22 χλμ. δυτικά από τις Σέρρες, στους πρόποδες του όρους Βερτίσκου και σε υψόμετρο 80 μέτρων. Η ιστορία της χάνεται στα βάθη του χρόνου. Την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής πανηγυρίζει το ομώνυμο παρεκκλήσιο, με παράλληλη διορ
γάνωση αθλητικών αγώνων. Πανηγυρίζει επίσης η Τερπνή στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών 30 Ιανουαρίου, στις 16 Αυγούστου, όπως επίσης και στις 26 Οκτωβρίου, εορτή του Αγίου Δημητρίου, που είναι και πολιούχος. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου θεμελιώθηκε το 1754. Κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία, όπως επίσης και το εμπόριο. Αρκετοί κάτοικοι απασχολούνται και σε συγκεκριμένη βιομηχανία.
Αρχαία χρόνια
Αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν 4 χλμ. έξω από την Τερπνή, στην τοποθεσία «Παλαιόκαστρο», έδειξαν πως ο τόπος ήκμασε από την Κλασική ως και την Ελληνιστική εποχή. Επιγραφή των αυτοκρατορικών χρόνων από τη θέση αυτή μαρτυρεί την ύπαρξη πόλης (που ονομαζόταν ίσως «Γραία» ή Graero) με όλα τα γνωστά μνημεία αρχιτεκτονικής, όπως βουλευτήριο, γυμνάσιο, επιστάσιο κ.ά. (η επιγραφή αναφέρει βασιλική με εξέδρα και τρεις οίκους).Στην περιοχή της μάλιστα υπήρχαν και τα μεγαλύτερα μεταλλεία χρυσού στη Μακεδονία, μετά το Παγγαίο. Στο χώρο αυτό τοποθετείται και το αρχαίο βασίλειο της Βισαλτίας, το οποίο ήταν ένα από τα πιο πλούσια και ισχυρά στη Μακεδονία. Ήταν πατρίδα του βασιλέα Βισάλτη και του βασιλιά της Θράκης, Ρήσου.
Τουρκοκρατία
Το χωριό την περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομαζόταν Τσιαρπίστα ή Τσερπίστα. Η ονομασία οφείλεται στη μεγάλη πηγή νερού στη νότια παρυφή του χωριού, τη λεγόμενη «Κηφισιά» (από το τσιαρπ = αντλητικό κουβαδάκι νερού, λέξη τουρκικής προέλευσης). Άλλες εκδοχές για την ονομασία του χωριού: 1. Από τις τουρκικές λέξεις çarpi(= ασβεστώνω)/ çirpi(= κλαδάκι, τσάκνου)/ çırpıstırmak (= χτυπώ ελαφρά με το ραβδί), is(= νοικοκύρης) και την κατάληξη ta, που χρησιμοποιείται αντί για πρόθεση, (εις, σε, κ.λπ.), δίνοντας ανάλογη σημασία στο πρώτο συνθετικό, που εκφράζει ένα γνώρισμα των Τερπνιωτών ή του περιβάλλοντός τους. α) carpi: Οι Τερπνιώτισσες είχαν πάντα τη συνήθεια να ασβεστώνουν, εκτός από το εσωτερικό των σπιτιών τους, και τους τοίχους των σπιτιών τους χαμηλά στην πλευρά του δρόμου. β) çirpi: Το βουνό της Τερπνής ήταν παλιότερα τσακνότοπος. γ) çırpıstırmak: Οι Τερπνιώτες τίναζαν με ραβδί τη σίκαλη ή το σουσάμι. Το σχήμα επομένως είναι, carpi/ çirpi/ … + is + -ta > çarpista/çırpısta > Τσιαρπίστα/ Τσιρπίστα. 2. Στους Βυζαντινούς χρόνους οι λέξεις ’’τσάρπα/τσαρπίν’’, σήμαιναν ένα είδος κοφινιού φτιαγμένου από βέργες λυγαριάς (Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου. Ιωάννινα 1964, τ. Α΄. σελ. 392) και επειδή η Τερπνή είχε άφθονες λυγαριές την ονόμασαν Τσιαρπίστα.
Νεότερη ιστορία
Στις 17 Φεβρουαρίου 1913 τμήμα του ελληνικού στρατού, μαζί με Τερπνιώτες, πολέμησε εναντίον των Βουλγάρων στην περιοχή Πλατανούδια και απέτρεψε την κάθοδό τους προς τη Νιγρίτα. Στο χώρο όπου υπήρχαν στην αρχαιότητα τα μεταλλεία βρίσκεται ο ναΐσκος του Αγίου Μανδηλίου, όπου στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου οι Τερπνιώτες αναγκάστηκαν να καταλύσουν για λίγο χρονικό διάστημα, εγκαταλείποντας την Τερπνή.